λίμνη

λίμνη
ἡ λίμνη ['заводь'] озеро, пруд, болото (ср. лиман)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Поможем написать реферат

Смотреть что такое "λίμνη" в других словарях:

  • λίμνη — pool of standing water fem nom/voc sg (attic epic ionic) λιμνει fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίμνῃ — λίμνη pool of standing water fem dat sg (attic epic ionic) λίμνηι , λιμνει fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίμνη — Φυσική κοιλότητα (λεκάνη) της επιφάνειας της Γης, γεμάτη γλυκό ή υφάλμυρο νερό. Όταν μια λ. έχει δημιουργηθεί από την τεχνητή απόφραξη μιας κοιλάδας με φράγμα, τότε ονομάζεται τεχνητή λ. Τα περισσότερα χαρακτηριστικά των λ. (βάθος, αλμυρότητα… …   Dictionary of Greek

  • Λίμνη — Sp Limnė Ap Λίμνη/Limni L Graikija (Euboja) …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Λίμνη Μαραθώνος — Ημιορεινός ακατοίκητος οικισμός (υψόμ. 260 μ.) του νομού Αττικής. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Αττικής, κοντά στη λίμνη του Μαραθώνα. Υπάγεται διοικητικά στην κοινότητα Καπανδριτίου της νομαρχίας Ανατολικής Αττικής …   Dictionary of Greek

  • Λίμνη Δοϊράνις — Sp Doirãno ẽžeras Ap Доjранско Eзеро/Dojransko Ezero makedoniškai Ap Λίμνη Δοϊράνις/Limni Doïranis graikiškai L Makedonijoje ir Š Graikijoje …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Λίμνη Κορώνιας — Sp Korònijos ẽžeras Ap Λίμνη Κορώνιας/Limni Koronia L ŠR Graikijoje …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • λίμνη — η μεγάλο κοίλωμα του εδάφους που περιέχει γλυκό νερό: Πολλές τεχνητές λίμνες κατασκευάστηκαν για την υδροδότηση μεγάλων πόλεων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αγίου Βασιλείου, λίμνη — Λίμνη (57 τ. χλμ.) της κεντρικής Μακεδονίας στην πρώην επαρχία Λαγκαδά του νομού Θεσσαλονίκης. Είναι γνωστή και ως λίμνη του ΛαγκαδάΚορώνεια. Βρίσκεται σε ύψος 75 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και το μεγαλύτερο βάθος της είναι 8,5 μ. Η… …   Dictionary of Greek

  • Βόλβη, λίμνη — Λίμνη (73 τ. χλμ.) του νομού Θεσσαλονίκης, η δεύτερη σε έκταση της χώρας μας, στην περιοχή μεταξύ των ορέων Βερτίσκου και Βόλβης από Β και Χορτιάτη, Χολομώντα και Στρατονικού από Ν, τα νερά των οποίων συγκεντρώνει. Δέχεται επίσης τα πλεονάζοντα… …   Dictionary of Greek

  • Βουλιαγμένης, λίμνη ή λίμνη Ηραίου — Λίμνη (μήκος 2 χλμ., μέγιστο πλάτος 1 χλμ.) στον νομό Κορινθίας. Στην αρχαιότητα, εκτός από την ονομασία της ως λίμνης Ηραίου, λεγόταν και Γοργώτις και Εσχατιώτις. Έχει μέγιστο βάθος 40 μ. και ενώνεται με τη θάλασσα με διώρυγα πλάτους 6 μ. Η… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»